Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Επίλογος


Οι Αμαζόνες γύρισαν αποδεκατισμένες στα Θεμίσκυρα. Τα μισά καράβια μόνο έφτασαν στο λιμάνι της πρωτεύουσας της Αμαζονίας, όπου υποτίθεται θα έφταναν νωρίτερα από το στρατό, για να προετοιμάσουν την άφιξη της διαδόχου. Το πλοίο της Κλήτης χάθηκε κι εκείνο, όταν μια τρομερή κακοκαιρία χτύπησε την αρμάδα και τη διασκόρπισε, μέσα στον Εύξεινο Πόντο, και έξω ακόμα από τη Προποντίδα, στο Αιγαίο, και στη λεκάνη της Μεσογείου. Πολύ αργότερα, ο αγαπημένος της γιος, ο Καύλωνας, την εντόπισε ζωντανή, μαζί με πολλές από τις γυναίκες, σε μία ακτή της Νότιας Ιταλίας. Στον τόπο αυτό, ίδρυσαν μαζί μία πόλη, την Καυλωνία, και εκεί τελείωσε η ζωή της, πολεμώντας να εξασφαλίσει στον γιο της, την αυτονομία της περιοχής, ενάντια στους αυτόχθονες λαούς που διεκδικούσαν την ανακατάληψή της. (Σε αντίστοιχη μάχη, πολλά χρόνια μετά, πάνω στο άνθος της ηλικίας της και παρθένα, σκοτώθηκε η κόρη του Καύλωνα, συνονόματη με τη διάσημη Αμαζόνα γιαγιά της, η Κλήτη Β’).

Ανώνυμες Αμαζόνες (και βεβαίως όχι η Δηριμάχεια, η οποία κατά τον Κόιντο Σμυρναίο, σκοτώθηκε από τον Διομήδη), δυο μέρες μετά τη μάχη στην Τρωάδα, οργάνωσαν στάση, και κατόρθωσαν να αποκόψουν το καράβι από την άγκυρά του, με αποτέλεσμα οι Αιτωλοί να χάσουν το πλοίο τους, και φυσικά τις πολύτιμες αιχμάλωτές τους. Το καράβι, παρασυρμένο από την ίδια θύελλα που χτύπησε και το στόλο των γυναικών, βγήκε στην Κριμαία, στο κέντρο σχεδόν του Σκυθικού Βασιλείου, και για μερικά χρόνια, οι γυναίκες, προσπάθησαν να διατηρήσουν τα ήθη και τα έθιμα των Αμαζόνων, τη λατρεία της Αρτέμιδας και το φεγγάρι της κυνηγού, τη σελήνη ή maza, από την οποία προέρχεται (κατά μια έννοια και ετυμολογικά) το όνομά τους. Σύντομα όμως αναγκάστηκαν να αναζητήσουν τρόπους συμβίωσης με γειτονικό Σκυθικό λαό, και κατέληξαν στη λύση των μεικτών γάμων, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο, μία σχετική αυτονομία και σεβασμό, και διαιώνιση για μεγάλο διάστημα, των λατρειών και των συνηθειών τους.

[Ο μύθος επιζεί στον Ηρόδοτο και αναφέρεται στις περιπέτειες του Ηρακλή στην Αμαζονία και τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την απαγωγή της Ιππολύτης/Αντιόπης από τον Θησέα. Πρίν από την άφιξή τους μέσω ξηράς στην Αττική, αποπειράθηκαν να προσεγγίσουν την Ελλάδα χρησιμοποιώντας πλοία...Καθώς ήταν άσχετες -σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- με τα ναυτικά θέματα, έχασαν το έλεγχο του καραβιού και προσάραξαν κάπου στην Κριμαία...Εκέι αναμείχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό, με επιμειξίες). Ονομάστηκαν Σαυρομάτες Σκύθες (ή κατά μια επιστημονική έρευνα: Σαρμάτες/Σκύθες). Τα αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν στις συγκεκριμένες περιοχές, επιβεβαιώνουν -εν μέρει- το μύθο].

Ο Αχιλλέας εξιλεώθηκε για το θάνατο του Θερσίτη, από τον Οδυσσέα, στο νησί της Τενέδου. Γύρισε στην Τρωάδα τη στιγμή που πέθαινε ο Αντίλοχος, χτυπημένος θανάσιμα από τον Αιθίοπα Μέμνονα, όταν στη προσπάθειά του να προστατεύσει τον πατέρα του από τον ισχυρότερο από αυτόν αντίπαλο, έκανε το σώμα του ασπίδα, μεταξύ εκείνου και του Μέμνονα. Ο Πηλείδης σκότωσε τον Μέμνονα στη διάσημη μονομαχία που ακολούθησε (έπος της Αιθιοπίδας), αλλά ελάχιστη ώρα μετά, πέθανε κι εκείνος, τοξεμένος στη φτέρνα από βέλος του Πάρη, οδηγημένο από το χέρι του Απόλλωνα. Ο Μενέσθιος, ο Αλκιμέδωντας, ο Πείσανδρος, ο Εύδωρος, σχεδόν όλη η έμπιστη φρουρά του δηλαδή, καθώς και πλήθος άλλων Ελλήνων αρχηγών και πολεμιστών, όπως και αμέτρητοι Τρώες, σκοτώθηκαν πάνω στη μάχη για τη διεκδίκηση του σώματός του. Δεκαεφτά μέρες τον έκλαιγαν και την δέκατη όγδοη τον έκαψαν, και οργανώθηκαν άθλα στη μνήμη του.

Ο Αίας αυτοκτόνησε, με το σπαθί που του είχε δωρίσει ο Έκτορας, προσβλημένος από την παραχώρηση στον Οδυσσέα, των αρμάτων του Αχιλλέα. Ο Τεύκρος, ίσα που πρόλαβε να μην ατιμασθεί το σώμα του αδελφού του, και φρόντισε για την λιτή ταφή του, στο ακρωτήρι του Ροιτείου, κοντά στις δρακοσπηλιές ή κατά έναν μύθο, μέσα σ’ αυτές. Ο πατέρας του τον αποκλήρωσε και τον έδιωξε, όταν έφτασε στη Σαλαμίνα, κάνοντας τον Ευρυσάκη, το γιο του Αίαντα και της Τέκμησσας, κληρονόμο του θρόνου του. Αποδιωγμένος, έφτασε μετά από πολλές περιπέτειες στην Κύπρο, και εκεί ίδρυσε τη Σαλαμίνα της Κύπρου, και ο Βασιλιάς Κινύρας τον πάντρεψε με μία από τις κόρες του και του παραχώρησε ένα μέρος του Βασιλείου του.

Η Βρισηίδα είναι άγνωστο τι απέγινε. Οι μύθοι τη θέλουν να απέδωσε τις ταφικές χοές πάνω από τον τύμβο του, όπου τα κόκκαλά του θάφτηκαν μαζί με τα οστά του Πατρόκλου, μαζί στη χρυσή λάρνακα της Θέτιδας, αλλά μετά τα ίχνη της χάνονται.

Ο Φοίνικας μαζί με τον Οδυσσέα, πήγαν στη Σκύρο και έφεραν από εκεί τον Νεοπτόλεμο, στον οποίο ο Λαερτιάδης παρέδωσε τα όπλα του πατέρα του. Τα ίδια όπλα αυτά, μετά την πτώση του Ιλίου, ο γιος του Αχιλλέα, αφιέρωσε στο ναό της Αθηνάς (και αργότερα τα αφαίρεσε από 'κει ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος). Στην επιστροφή προς τη Τρωάδα, ή κατόπιν συνεννοήσεως με τους Ατρείδες και με τη συμμετοχή του Οδυσσέα και του Διομήδη (κατά τον Ευριπίδη) σταμάτησαν στην Ίμβρο, και πήραν τον εγκαταλειμμένο Φιλοκτήτη μαζί τους. Ο Πύρρος, τέθηκε επικεφαλής των Μυρμιδόνων, και ο Φιλοκτήτης γιατρεύτηκε από το τραύμα του, και αργότερα σκότωσε τον Πάρη, με τα δηλητηριασμένα βέλη και το τόξο του Ηρακλή που βρίσκονταν στην ιδιοκτησία του.

Η Ελένη μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, δόθηκε ως σύζυγος στον Δηίφοβο, ενώ ο Έλενος, δυσαρεστημένος από την επιλογή του πατέρα του, εγκατέλειψε την πόλη και κατέφυγε στο βουνό, όπου αργότερα αιχμαλωτίστηκε από τον Οδυσσέα. Παραδόθηκε για φύλαξη (ως όμηρος) στον Νεοπτόλεμο, που τον φιλοξένησε στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων με τιμή και σεβασμό, και αργότερα αναπτύχθηκε φιλία ανάμεσά τους, σε σημείο να διακυβερνούν από κοινού, στον λαό των Μολοσσών, στην Ήπειρο (Αινειάδα Βιργιλίου).

Το Ίλιον έπεσε, αφού ο Οδυσσέας συνέλαβε το σχέδιο του Δούρειου Ίππου και ο Επειός τον κατασκεύασε, και η σφαγή και η άλωση συντελέστηκε μία βραδιά του Φθινοπώρου, πιθανότατα (κατά τους διάφόρους μελετητές που αποδέχονται τον Τρωικό πόλεμο ως ιστορικό γεγονός) την 5η Οκτωβρίου του 1185 π.Χ. Ο Μενέλαος, μπήκε από τους πρώτους στην Πέργαμο και όπως είχε σκοπό, εισέβαλε στο σπίτι που ζούσε η Ελένη μαζί με το νέο της σύζυγο, και έξαλλος από οργή, τον κομμάτιασε. Βλέποντάς όμως τη γυναίκα του μετά από τόσα χρόνια, και ενθυμούμενος τις αναφορές του Οδυσσέα, τη συγχώρεσε αυτομάτως για όλα, και την έφερε στη σκηνή του.

Η Κασσάνδρα, αφού φώναξε και ικέτεψε τον πατέρα και τα αδέλφια της να μην πάρουν το Ξύλινο άλογο μέσα στα τείχη, φυλακίστηκε μέσα στο παλάτι ώστε να μην καταστρέψει την γιορτή που στήθηκε στην πόλη με τις κραυγές της και τις μαντείες της, και την κρίσιμή στιγμή της άλωσης, κατέφυγε ως ικέτιδα, στο ιερό της Αθηνάς της Περγάμου. Ο Αίας του Οϊλέως, καταπάτησε τον ιερό χώρο και τη βίασε μπροστά στο άγαλμα της Θεάς, το οποίο μάλιστα γκρέμισε από το βάθρο του. Οι Έλληνες θέλησαν να τον σκοτώσουν για την ασέβειά του, προς την Αθηνά και την ιέρειά της, αλλά εκείνος ζήτησε καταφύγιο στον ίδιο αυτό ναό που είχε μολύνει, και οι Αχαιοί δε θέλησαν να τον μιάνουν περισσότερο. Στη συνάντηση όπου οι αρχηγοί του στρατού κλήθηκαν να συζητήσουν τα της μοιρασιάς των αιχμαλώτων και το θέμα της επιστροφής, ο Αγαμέμνονας απαίτησε και πέτυχε να του παραδοθεί η κόρη του Πριάμου για ερωμένη του, ανάμεσα στα άλλα λάφυρα, που όπως λένε οι τραγικοί ποιητές, την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Καθώς σχεδόν όλοι οι αρχηγοί προσήλθαν οινοβαρείς σε αυτήν τη συνέλευση, η παρεξήγηση δεν άργησε να γίνει, οι Ατρείδες λογόφεραν και ο στρατός μοιράστηκε στα δύο και έφυγαν διαφορετικές ημερομηνίες. Ο Μενέλαος έφυγε αμέσως, ενώ ο αδελφός του προτίμησε να παραμείνει μερικές μέρες ακόμη στην Τρωάδα, ώστε να επιβλέψει την άλωση και να συγκεντρώσει τα λάφυρα που ήθελε. Και βεβαίως τους Ατρείδες καθώς και όσους θέλησαν να τους ακολουθήσουν, τους περίμεναν διαφορετικές τύχες (Νόστοι).

Όμως η Θεά Αθηνά πήρε σύντομα την εκδίκησή της από τον Αίαντα τον Οϊλεϊδη και την ασέβειά του, όταν καθώς ναυάγησαν τα πλοία του στον Καφηρέα κατά το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα, ο Ποσειδώνας, θυμωμένος με την αλαζονεία του και τους περιφρονητικούς λόγους του προς την Θεϊκή ανιψιά του με την οποία ήταν σύμμαχοι και συμπαραστάτες των Ελλήνων, στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, χτύπησε τη Γυρόπετρα με την τρίαινά του, όπου εκείνος είχε καταφύγει, και τον έστειλε στον πάτο της θάλασσας. Ο Αγαμέμνονας έφτασε στις Μυκήνες, αλλά εκεί, και εκείνος και η ακολουθία του, αλλά και η δύστυχη Κασσάνδρα, δολοφονήθηκαν από τον Αίγισθο και τη Κλυταιμνήστρα. Τα σώματά τους ρίχτηκαν γυμνά σε μια χαράδρα, χωρίς τάφο και νεκρικές φροντίδες, και κρυφά και πρόχειρα, τους έθαψαν οι χωρικοί. Εφτά χρόνια μετά, ο Ορέστης επέστρεψε από την Αθήνα και σκότωσε μητέρα και εραστή, την ίδια ακριβώς ημέρα που έφτανε επιτέλους ο Μενέλαος στην Ελλάδα, μαζί με την Ελένη και με πέντε μόλις από τα πενήντα καράβια του, αλλά βαθύπλουτος, πίσω στην πατρίδα του.

Ο Οδυσσέας, θαλασσοδερνόταν για δέκα χρόνια στα πέλαγα και στις απομακρυσμένες στεριές, μέχρι να φτάσει στο Θιάκι, την Ιθάκη του, όπου ζούσαν πικρή ζωή, η γυναίκα του η Πηνελόπη και ο γιος του ο Τηλέμαχος. Ήταν ίσως η τιμωρία του για τις απιστίες του στην Τρωάδα, για τις ατιμίες του με τον Παλαμήδη, τον Φιλοκτήτη και τον Αίαντα; Μα ακόμα και μετά από την επιστροφή του στην πατρίδα, ο “Μισητός των Θεών” αναγκάστηκε να εκπατριστεί και να αναζητήσει αλλού καταφύγιο, αφού σκότωσε, με τη βοήθεια του Τηλέμαχου και δυο βοσκών του, τους 109 μνηστήρες…

Δεν υπάρχουν σχόλια: